*Magnify*
SPONSORED LINKS
Creative fun in
the palm of your hand.
Printed from https://www.writing.com/main/view_item/item_id/2022807-Odyssey-1992-part-5
Printer Friendly Page Tell A Friend
No ratings.
Rated: 18+ · Novel · Drama · #2022807
Ομίχλη πάνω απ' τα Βαλκάνια Μέρος 1ο Κεφάλαια 7., 8.
7.
Οι μέρες τους στην Τούζλα περνούσαν απελπιστικά μονότονες· η μόνη τους διέξοδος ήταν το πανεπιστήμιο και τα λίγα βράδια που περνούσαν στο μόνο ξενυχτάδικο της πόλης που άξιζε κάτι. Ένα διάλειμμα σε τούτη την πολλές φορές αφόρητη πραγματικότητα ήταν κάποια ταξίδια τους προς το Βελιγράδι και το Σαράγεβο, τα μόνα πράγματα που έσπαγαν έστω και για μια δυο μέρες την μονοτονία...
Ο Μανώλης Αντωνίου είχε ξαναβρεθεί στο Σαράγεβο, τώρα όμως τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά· οι πάντες είχαν χωριστεί σε φατρίες και αντίπαλες ομάδες από τα μεγάλα συμφέροντα. Έφτασαν στην βοσνιακή πρωτεύουσα γύρω στις οχτώ το πρωί. Η πόλη ήταν χτισμένη στην αγκαλιά μιας κοιλάδας, και μπόρεσε να χωρέσει στα σπλάχνα της και τις τρεις τάσεις των εθνών. Οι πλινθόστρωτοι δρόμοι και οι επιβλητικοί μιναρέδες έφερναν στο μυαλό την εποχή της τουρκοκρατίας, ενώ οι τεράστιες εκτάσεις αποθήκευσης των Γκολφ τον επανέφεραν στην συχνά σκληρή πραγματικότητα.
Όλα έμοιαζαν τόσο ήρεμα εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό, θαρρούσες πως τίποτα δεν μπορούσε να ταράξει την γαλήνη της μισοκοιμισμένης ακόμα πολιτείας. Ο σταθμός των υπεραστικών λεωφορείων ήταν χτισμένος στην ανατολική πλευρά της. Όταν η Ντράγκανα Ράτκιτς και ο Μανώλης Αντωνίου κατέβηκαν από το γερασμένο λεωφορείο εκείνος άρχισε να περιεργάζεται τον χώρο γύρω του σαν κάποιος αλλοπαρμένος: όλα φαίνονταν τόσο διαφορετικά αλλά συνάμα και τόσο απελπιστικά όμοια που ένιωθε να του καίει τα σωθικά η επιθυμία να ουρλιάξει, να ξαλαφρώσει την ψυχή του από το υπερφυσικό βάρος που θαρρούσε πως την είχε πλακώσει...
Προχώρησαν για αρκετή ώρα σιωπηλοί, μέχρι την στιγμή που το στομάχι τους άρχισε να αναδεύεται· έπρεπε να βρουν κάτι για φαγητό, και λίγα μέτρα μακριά από τα κεντρικά της κρατικής τράπεζας το μάτι τους καρφώθηκε σε ένα μαγαζί με βρώμικα. Ο χώρος ήταν λιτός, στενάχωρος. Ο Μανώλης Αντωνίου έψαξε με το βλέμμα του γύρω αμήχανα· στην ουσία δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα είδος διαδρόμου, με τον πάγκο της κουζίνας στην μέσα του γωνιά. Έμοιαζε πράγματι χαμένος... Η Ντράγκανα Ράτκιτς τον κοίταξε για μια στιγμή αμίλητη και προχώρησε στο βάθος για να παραγγείλει ενώ εκείνος τράβηξε προς την μπάρα που έβλεπε στην τζαμαρία του κεντρικού δρόμου.
Δεν ήξερε τι τον είχε πιάσει πάλι εκείνο το καταραμένο πρωινό... Οι σκέψεις του, το μυαλό του ολόκληρο είχε σχηματίσει ένα συμπαγές σώμα από γρανίτη, θέλοντας να αντισταθεί με όλες του τις δυνάμεις σε αυτά που έβλεπε και άκουγε τις τελευταίες μέρες για όσα γίνονταν ώρα με την ώρα σε όλη την Βοσνία. Η ζωή του σαν φοιτητής είχε μεταλλαχτεί σε ένα ακόμα μονοπάτι προς τον θάνατο, και μονάχα η Ντράγκανα ήταν που τον κρατούσε σε κάποια σεβαστή απόσταση από την σκέψη της αυτοκτονίας. Απέμεινε να την κοιτάζει για ώρα σαν χαμένος, ως την στιγμή που ένιωσε ένα ζευγάρι μάτια να τον περιεργάζονται από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Σήκωσε το βλέμμα του ντροπιασμένος από την Ντράγκανα Ράτκιτς και άρχισε να ψάχνει το “λαγούμι”, όπως το ονόμασε αστειευόμενος αργότερα...
Δεν την εντόπισε από την αρχή, παρ’ όλα αυτά ένιωθε τα μάτια της να γδύνουν το κορμί και την ψυχή του χωρίς κανένα ίχνος δισταγμού. Μόνο την στιγμή που η Ντράγκανα άρχισε να έρχεται προς το μέρος του με τον δίσκο στα χέρια είδε την ηλικιωμένη γυναίκα να στέκεται ακουμπισμένη στον πάγκο δίπλα στην ταμειακή μηχανή και να τον κοιτάζει το ίδιο επίμονα όπως και λίγο πριν· μόλις κατάλαβε πως την εντόπισε και άρχισε να την κοιτάζει με έκδηλη στο βλέμμα του την απορία και την επιφυλακτικότητα, χαμήλωσε ντροπιασμένη τα μάτια και, βγάζοντας την λιγδιασμένη ποδιά από την μέση της άρχισε να πλησιάζει προς το μέρος τους, κάτω από την παραξενεμένη ματιά του Μανώλη Αντωνίου.
“Με συγχωρείτε...” έκανε μουδιασμένη μόλις πλησίασε αρκετά τους δύο νέους. “Είστε ξένοι, έτσι δεν είναι;”.
“Ναι, είμαι απ’ την Ελλάδα...” είπε ο Μανώλης Αντωνίου, κοιτάζοντάς την ακόμα με μισό μάτι. “Συμβαίνει κάτι;” δεν μπόρεσε να μην ρωτήσει, αφήνοντας και έναν τόνο ανησυχίας να βγει με την φωνή του.
“Χριστιανός ορθόδοξος;” ρώτησε η ηλικιωμένη με φωνή πλημμυρισμένη αγωνία, και η Ντράγκανα γύρισε και την κοίταξε ερωτηματικά.
“Πραβοσλάβοι... Είστε καλά; Νομίζω πως χλωμιάσατε...”.
Η γυναίκα έκανε πως πισωπατά, ενώ το πρόσωπό της είχε πανιάσει. Ο Μανώλης Αντωνίου πετάχτηκε από το σκαμπό και την άρπαξε στα χέρια του πριν σωριαστεί στο μαρμάρινο πάτωμα. Την σήκωσε με δυσκολία στην αγκαλιά του και την ακούμπησε με προσοχή στον ξύλινο πάγκο που χώριζε το μαγαζί από τον χώρο της κουζίνας. Για μια στιγμή έριξε το βλέμμα του στην Ντράγκανα· τον ακολουθούσε κατά πόδας, με πρόσωπο πιο χλωμό και από άνθρωπο ετοιμοθάνατο. “Έλα λοιπόν, βάλε κι εσύ ένα χεράκι” της είπε ψύχραιμα· “τώρα είναι η ώρα να δούμε τι μας έμεινε μετά από τόσους μήνες στην ιατρική” κι αυτή αμέσως έτρεξε πίσω του έχοντας πια βρει την αυτοκυριαρχία της μετά το πρώτο σοκ...
“Δεν είναι τίποτα, είμαι καλά” είπε μόλις συνήλθε, μετά από κάμποσο· “απλά δεν περνάμε και τις καλύτερες μέρες μας αυτόν τον καιρό...”. Ο Μανώλης Αντωνίου της έκανε νόημα να σωπάσει. “Μην μιλάτε άλλο· είστε αδύναμη. Μπορούμε να κάνουμε κάτι για σας, να ειδοποιήσουμε κάποιον...” είπε στην γερασμένη Σερβοβόσνια, και πριν προλάβει να τελειώσει ένας άντρας μπήκε τρέχοντας. Όταν την είδε μισολιπόθυμη πανικοβλήθηκε, μπόρεσαν όμως να τον ηρεμήσουν.
“Δεν μπορείτε να ξέρετε τι περνάμε τους τελευταίους μήνες” είπε στο ζευγάρι η Λιούμπα Μάρκοβιτς την ώρα που ο γιος της τηλεφωνούσε για ασθενοφόρο. “Όλοι μας φέρονται σαν σκυλιά, συχνά ευχόμαστε να μην είχαμε γεννηθεί ποτέ...” ψιθύρισε και ένα δάκρυ φάνηκε να κυλά στα ρυτιδιασμένα από τις τόσων χρόνων κακουχίες μάγουλά της. “Δεν μπορούμε πια να ζήσουμε αδερφωμένοι όπως παλιά, και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί...” μουρμούρισε κάποια στιγμή, πολεμώντας να ξεμπερδέψει την φωνή από τους λυγμούς.
“Δεν υπάρχει χειρότερη φάρα από τους μουσουλμάνους παιδιά μου. Να προσέχετε.” τους είπε όταν σηκώθηκαν να φύγουν. Ο Μανώλης Αντωνίου κοκάλωσε στο άκουσμα αυτών των λόγων· γύρισε το κεφάλι του, την κοίταξε στα μάτια και είδε να λάμπει μέσα τους το μίσος, λες και η γριά γυναίκα μοιράστηκε τον ζωτικό της χώρο με τις υπόλοιπες βοσνιακές φυλές μόλις τα τελευταία χρόνια της ζωής της και όχι από τότε που πρωτάνοιξε τα μάτια της στον κόσμο...
Έσκυψε το κεφάλι προς το πάτωμα και αμίλητος συνέχισε να προχωρά προς την έξοδο, με την Ντράγκανα Ράτκιτς να τον ακολουθεί αθόρυβα και σαστισμένα. Το μυαλό του είχε γεμίσει με κουβάρια μπερδεμένων σκέψεων, και την εικόνα της λιπόθυμης Λιούμπα Μάρκοβιτς ολοζώντανα, χαραγμένη ακόμα και στον βυθό των ματιών του. Τα πάντα άλλαξαν λοιπόν, η κατάσταση είχε γίνει πλέον μη αντιστρεπτή.
Μέχρι το μεσημέρι προχωρούσαν σαν την άδικη κατάρα στους δρόμους και τα σοκάκια του Σαράγεβο χωρίς ούτε μια λέξη να ξεμυτίσει απ’ τα λαρύγγια τους. Ήταν ένα θέμα τόσο απλό αλλά συνάμα τόσο πολύπλοκο για να το χωρέσει από την μια στιγμή στην άλλη το μυαλό τους. Τρεις κάστες ανθρώπων με διαφορετική θρησκεία αλλά με κοινή ρίζα και παράδοση σε μια ατέλειωτη και βασανιστική πορεία προς τον βωμό του παγκόσμιου Χρήματος, του νέου θεού που επιδέξια πλάσαραν στον πλανήτη...
Γυρνούσαν τόσες ώρες χωρίς να κάνουν τίποτα... Έστρεψε το κεφάλι του απότομα στο πλάι, σαν να ξυπνούσε από κάποιο κακό όνειρο· η Ντράγκανα ακόμα τον ακολουθούσε σιωπηλή και αμήχανη. “Ακόμα δεν μπορώ να την βγάλω απ’ το μυαλό μου...” είπε μετά από αρκετή ώρα, όταν είχε για τα καλά μεσημεριάσει. Ο Μανώλης Αντωνίου την κοίταξε στα μάτια χωρίς να απαντήσει...
Η Ντράγκανα Ράτκιτς είδε το βλέμμα του χαμένο και σώπασε πάλι ταραγμένη, την ώρα που εκείνος πολεμούσε να βάλει σε μια σειρά τα πράγματα, να βρει μια πιθανή αιτία για το αδερφοφάγωμα που ήδη άφηνε τα πρώτα του σημάδια στα βόρεια κομμάτια της βαλκανικής. Οι καπνοί από τα καμένα σπίτια πύκνωναν όλο και περισσότερο, και οι μόνοι λόγοι που κατάφερνε μέχρι εκείνες τις στιγμές να ανακαλύψει ήταν οι ίδιοι που οδήγησαν αυτά τα έθνη στην τόσων χρόνων αρμονική συμβίωση. Το μόνο που είχαν καταλάβει τους τελευταίους μήνες ήταν πως τίποτα από όλα όσα κρατούσαν όλους δεμένους σε ένα σώμα δεν θα μπορούσε να βάλει ένα τέρμα στην αλληλογενοκτονία των φυλών των νότιων Σλάβων, σαν λύση φάνταζε μονάχα η φυγή. Δεν ήταν η μοναδική φορά που θα προσπαθούσε να πείσει την Ντράγκανα Ράτκιτς να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα, και πάλι όμως ήταν βέβαιος πως η απάντηση θα παρέμενε η ίδια.
“Φτωχός είναι όποιος φοβάται την φτώχεια· εγώ λοιπόν δεν την φοβάμαι...”. Ήξερε πάρα πολύ καλά τι είδους λόγια ήθελε να ξεστομίσει· τα είχε ακούσει άλλωστε τόσες πολλές φορές που ‘χαν ριζώσει βαθιά μες την ψυχή του...
“Αν δεν μπορείς να αλλάξεις την πραγματικότητα, κοίτα να αλλάξεις τα ο μάτι που την βλέπει” του αποκρίθηκε ψυχρά μόλις, μετά το φαγητό σε ένα από τα μαγέρικα στην κεντρικότερη πλατεία της παλιάς αγοράς, ο Μανώλης Αντωνίου άρχισε να μιλά για το μελλούμενο ταξίδι τους.
“Προσπάθησε να δεις το πράγμα από την δική μου θέση· εσύ τι θα ’κανες αν ζούσες μια παρόμοια κατάσταση; Όχι, δεν μπορώ να αφήσω τον τόπο μου αυτές τις δύσκολες ώρες. Είναι αλήθεια, τον θάνατο δεν μπορούμε να τον νικήσουμε, τον φόβο του θανάτου όμως μπορούμε...”.
Ο Μανώλης Αντωνίου δεν ξαναμίλησε όλο το υπόλοιπο απόγευμα, τρομαγμένος από την αντίδρασή της. Ένιωσε την οργή της να εξαπλώνεται, η αύρα της να έχει πάρει ένα άσπρο φως ολόλαμπρο που έντυνε και έγδυνε τα πάντα στην μικρή κάμαρα που τους φιλοξενούσε, και ο θαυμασμός που ένιωθε γι’ αυτήν κομμάτιαζε το άγχος που τον οδηγούσε κάθε βράδυ στην ροπή προς την κραιπάλη. Μονάχα μερικές στιγμές ο φόβος για το μέλλον έκανε την ψυχή του να σπαράζει με κάθε μαχαιριά που πλήγωνε τα τόσα όνειρα που έκανε πριν ξεκινήσει τούτο το μακρύ ταξίδι…
Γύρισαν στην Τούζλα λίγο πριν τα μεσάνυχτα, απομονωμένοι ο καθένας στην δική του, ξέχωρη άβυσσο. Ο Μανώλης Αντωνίου θυμήθηκε αθέλητα τα καλοκαίρια που περνούσε στα ελληνικά νησιά... Κατέβαινε σχεδόν κάθε απόγευμα ως το λιμάνι και αγνάντευε ώρες ολόκληρες την θάλασσα: θαρρούσε πάντα ότι έβλεπε μπροστά του μια πόρτα που μέσα έκρυβε έναν δρόμο προς την λευτεριά, να την ανοίξει μια οποιαδήποτε στιγμή και να φύγει, να εξαφανιστεί από προσώπου γης...
Βάζοντας το κλειδί στην βαριά πόρτα του σπιτιού ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά ξαφνικά κάθε μόριο του σώματός του. Είχε μόλις συλλάβει το φοβερότερο ίσως νόημα των γεγονότων στην περιοχή, που δένονταν τόσο πολύ με κάποιες εποχές που κάποτε τυράννησαν και την Ελλάδα: ο δρόμος και εκείνου του λαού προς την “ελευθερία” που πλάσαρε η νέα Τάξη θα περνούσε αναγκαστικά μέσα απ’ τα σοκάκια που διαφέντευε ο Χάρος... Τα μάτια του Μανώλη Αντωνίου γούρλωσαν από τον τρόμο· τότε μόνο κατάλαβε πως το μόνο συναίσθημα που ξεπερνούσε σε ισχύ την θλίψη είναι μονάχα ο φόβος για τον θάνατο. Κάποια στιγμή ένιωσε να βαραίνει και το κορμί του να ετοιμάζεται να σωριαστεί στο κεφαλόσκαλο, όμως η Ντράγκανα Ράτκιτς πρόλαβε και έβαλε το σώμα της εμπόδιο στην πτώση του· με χίλια ζόρια μπόρεσε να τον ανεβάσει στην κατασκότεινη σοφίτα και να τον ρίξει αγκομαχώντας στον καναπέ πίσω από την αυτοσχέδια μπάρα. Για αρκετή ώρα απέμεινε να τον κοιτάζει ανήμπορη να καταλάβει τον λόγο της λιποθυμίας του, και σβήνοντας το φως άρχισε να κατηφορίζει τα σκαλιά με κατεύθυνση το πατρικό της...
Παραληρούσε όλη την υπόλοιπη νύχτα. Το μυαλό του τριγύριζε συνέχεια στην συζήτηση που είχαν οι Έλληνες φοιτητές λίγο πριν ξεκινήσει το δεύτερο εξάμηνο. Τα πάντα γύρω τους είχαν αρχίσει να αλλάζουν με εκρηκτικό ρυθμό, αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Είχαν δώσει στην ζωή τους κάποιες προτεραιότητες άλλες από εκείνες που επέβαλλε η κοινωνία, με τον ιδρώτα του προσώπου τους σήκωναν πόντο πόντο απ’ το πουθενά έναν καινούριο κόσμο που στο τέλος θα τους έβαζε στην θέση που τους άξιζε, που άρμοζε σε κάθε μια ξεχωριστή προσωπικότητα, και τίποτα στην γη δεν θα μπορούσε να τους αποσπάσει. Είχε φωλιάσει στην ψυχή τους η βεβαιότητα πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο πια να τους κρατήσει ζωντανούς σε τούτο τον αγώνα· μέχρι και η τελευταία τους ισχνή ελπίδα έμοιαζε κάπως με μια κραυγή απελπισίας την ώρα που όλοι βρίσκονταν ζαλισμένοι κάπου πολύ βαθιά μέσα στην αβάσταχτη και άνανδρη σιωπή των χαμένων· αυτή τους η προσπάθεια ήταν το αντιστήριγμα που είχαν βάλει για να μην καταπλακωθούν τα όνειρά της από την άκρατη απογοήτευση που είχε κατακλύσει το μυαλό καθώς κατέρρεαν ακόμα και οι τελευταίες παιδικές τους προσδοκίες, όπως μια λόγχη που στέκεται στον άνεμο του χρόνου αλύγιστη, όρθια για να κρατά τον ουρανό και να μην πέσει στα κεφάλια των ανθρώπων...
Λίγο μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος οι Έλληνες φοιτητές άρχισαν να μαζεύονται τα απογεύματα σε ένα από τα σαλόνια του μεγαλύτερου ξενοδοχείου της πόλης, σε μια προσπάθεια να ξεδιαλύνουν την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και απειλούσε να διαλύσει την ζωή τους. Μόνο που κάποιες φορές αντί τα πράγματα να ξεκαθαρίζουν μπλέκονταν ακόμα περισσότερο...
“Δεν είναι καλά τα πράγματα...” έλεγε κάποιο απόγευμα ο πρώτος Έλληνας που φάνηκε στην πόλη για να γραφτεί στην γυμναστική ακαδημία. “Ίσως να έπρεπε καλύτερα να λαδωθούν κάποια στομάχια και να “μετακομίσουμε” στο Βελιγράδι...”.
Μέσα στο σαλόνι επικρατούσε πανικός· απ’ τον καθένα από τους φοιτητές ακουγόταν και δυο διαφορετικές απόψεις, μέσα σε έναν χαλασμό από φωνές και διαμαρτυρίες στα ελληνικά και στα σέρβικα. Ο Μανώλης Αντωνίου καθόταν αμέτοχος σε μια γωνιά, αμίλητος μα με την ένταση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και σε όλες τις κινήσεις του. Όταν η φασαρία άρχισε κάπως να καταλαγιάζει σηκώθηκε με σκληρή σοβαρότητα να ξεχειλίζει την ματιά του και στάθηκε στο κέντρο της μικρής συγκέντρωσης. Οι περισσότεροι φοιτητές της· γυμναστικής ακαδημίας είχαν φύγει από ώρα, και ο χρόνος που περνούσε έκανε τα πράγματα να ηρεμούν ακόμα περισσότερο...
“Το σκέφτηκα πολύ και αποφάσισα να συνεχίσω εδώ. Δε γαμιέται, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. Δεν θα αντέξω άλλο διάστημα προσαρμογής, είκοσι χρόνια τώρα έρχομαι και φεύγω. Τουλάχιστον εγώ θα μείνω!” είπε ψυχρά και αποφασισμένα στους φοιτητές που είχαν απομείνει στο σαλόνι. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια καθώς η ζάλη κυρίεψε και πάλι το κορμί του· απρόσμενα η φωτεινή θολούρα μπρος του αντικαταστάθηκε από την μορφή της Ντράγκανα, που με ανοιχτά τα χέρια αποζητούσε να τον αγκαλιάσει... Οι τρίχες του σβέρκου του ανασηκώθηκαν, και άνοιξε τα μάτια ενώ το ρίγος έπιανε να φέρνει βόλτες το κορμί του.
Οι άλλοι τρεις της κλίκας τον κοίταζαν θαρρείς από άλλον κόσμο, με έκδηλη την απορία στην ματιά τους. Ποτέ δεν θα περίμεναν παρόμοιο ξέσπασμα από τον Μανώλη Αντωνίου, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που κατάφερε να παρασύρει σε τούτη την απόφαση τον Αργύρη Ζαγκλή και μετά απ’ αυτόν και τον Μιλτιάδη Χρήστου και τον Χριστόφορο Καρρά, τους υπόλοιπους τρεις της ομάδας που αργότερα έγινε γνωστή σε Βοσνία και Σερβία σαν “τα ρεμάλια του Γεντί Κουλέ”. Και την στιγμή που τινάχτηκε από τον καναπέ λουσμένος στον ιδρώτα από τον εφιάλτη, αμφέβαλλε ακόμα και για αυτή του την απόφαση...
Ο Μανώλης Αντωνίου προχώρησε παραπατώντας μέχρι την μικρή κουζίνα· ο Μιλτιάδης Χρήστου κοιμόταν ανενόχλητος στο διπλανό δωμάτιο τον ύπνο του δικαίου. Έφτιαξε έναν καφέ με χέρια που έτρεμαν και κάθισε σε μια από τις πολυθρόνες στο μικρό σαλόνι πολεμώντας να ανασυντάξει τις σκέψεις που τον τυραννούσαν τόσες μέρες... Όσο και να προσπάθησε δεν μπόρεσε να δει όλα τα γεγονότα που φαίνονταν να αλλάζουν την ζωή του μέχρι τα πιο κρυφά σημεία της από μια διαφορετική σκοπιά. Έβλεπε όλα όσα είχε καταφέρει να καταρρέουν γύρω του όπως τα τραπουλόχαρτα στο πέρασμα του ανέμου, και ήξερε καλά πως όταν κάποτε θα ’ερχόταν μια στιγμή που θα έβλεπε τον κόσμο αλλιώτικο το μόνο που θα είχε αλλάξει θα ήταν αυτός και ολόκληρη η φιλοσοφία του για την ζωή...
Θέλοντας και προσπαθώντας να ξεφύγει από όλα εκείνα που τον βασάνιζαν στράφηκε πάλι προς τα ταξίδια. Ήταν λίγοι οι μήνες που έλειπε απ’ την πατρίδα, και όμως μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα κάτι τον έκανε να νιώσει αποκομμένος από τους πάντες. Κάθε φορά που κατέβαινε σαν επισκέπτης στην Ελλάδα τα μόνα πράγματα που έμεναν ίδια ήταν η θάλασσα και τα βουνά... Φαινόταν στα μάτια του ότι οι άνθρωποι στον τόπο που τον γέννησε και τον μεγάλωσε είχαν αρχίσει να αλλάζουν με τρομακτικό ρυθμό, τόσο που ήταν δύσκολο να το πιστέψει. Όλα τα πράγματα που πόνεσε και αγάπησε, όλα τα περασμένα χρόνια άρχιζαν λίγο λίγο να απομακρύνονται από το μυαλό του...


8.
Όταν ο Μανώλης Αντωνίου κατέβηκε από το λεωφορείο δεν είχε αρχίσει να χαράζει. Οι σκιές είχαν ορμήσει προσπαθώντας να καταπιούν αχόρταγα τους λιγοστούς διαβάτες που τολμούσαν να ξεμυτίσουν από τον σκοτεινό σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων. Το κρύο άρχισε να τον τυλίγει ασφυκτικά, παγώνοντας ταυτόχρονα σώμα και σκέψη.
Δεν πρόφταινε να περάσει από το σπίτι, σε μια ώρα άρχιζαν τα εργαστήρια. Μόλις τον χτύπησε η αποπνικτική, γλυκιά ζέστη που ανέδιδαν τα σώματα στον προθάλαμο της σχολής άρχισε να δουλεύει λίγο το μυαλό του, να τον επαναφέρει στο σκληρό παρόν. Ξαφνικά η σκέψη του φωτίστηκε· εκείνες τις στιγμές κατάλαβε πως είχε φτάσει πια η ώρα να ξαναμπούν τα πράγματα στην θέση που πραγματικά τους άρμοζε... Σωριάστηκε σε έναν από τους ξύλινους πάγκους που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά στην αίθουσα, και το μυαλό του άρχισε τον πόλεμο για να μπορέσει να ξεδιαλύνει τα πάντα...
Τα όνειρα που έκανε όταν πρωτοανέβηκε σε εκείνο τον τόπο και άρχισε να αφομοιώνεται με τους ανθρώπους του είχαν αρχίσει να καταρρέουν· ίσως να ήταν η μόνη φορά που έβλεπε τα πράγματα ξεκάθαρα και μπορούσε άνετα να αποφασίσει. Η ζωή κυλούσε και χάνονταν και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, όσο και να προσπάθησε να μεταβάλλει τον ρυθμό της. Όσο προχωρούσε μπροστά ο κόσμος του φαινόταν να ξεθωριάζει, να κυλιέται σαν τα αδέσποτα σκυλιά στον βούρκο όπου λίμναζε η ματαιότητα...
Όλα κυλούσαν μπροστά στα μάτια του και χάνονταν άσκοπα. Πλησίαζε ο καιρός να κλείσει τον κύκλο των είκοσι πρώτων χρόνων του, και ακόμα έψαχνε να βρει αυτό που του ταιριάζει· έρχονταν κάποιες στιγμές που ευχόταν να μπορούσε κάπως να αλλάξει την μοίρα του... Σε λίγες μέρες θα ξεκινούσε το ταξίδι του προς την Ελλάδα· ίσως αυτή να ήταν η αιτία που ένιωθε τόσο απελπιστικά μόνος. Τίποτα πια, ακόμα και η Ντράγκανα δεν μπορούσε να γεμίσει τις ώρες του και την ψυχή του. Ο Μανώλης Αντωνίου ένιωθε αργά μα σταθερά την τρέλα να καταλαμβάνει ακόμα και τα πιο βαθιά εσώψυχα του είναι του, έπρεπε κάπου να ξεσπάσει... Ένιωθε την ανάγκη να βγει έξω, να φωνάξει όσο γίνεται πιο δυνατά, να βγάλει προς τα έξω κάθε πιθανό απωθημένο, και όμως δεν μπορούσε να το κάνει. Είχε περάσει τόσο πολύς καιρός από την τελευταία του επίσκεψη στο σπίτι, και όμως δεν ένιωθε έστω και την παραμικρή αίσθηση προσμονής...
Κάποτε του είχαν πει πως το ταξίδι ήταν μακρύ και δύσκολο, και εκείνες τις ώρες ένα ερώτημα το ίδιο βασανιστικό είχε κατασταλάξει στο μυαλό του: πόση μοναξιά αλήθεια μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος; Ο Μανώλης Αντωνίου δεν χωρούσε πια πουθενά, και στις απέραντες ώρες της μοναξιάς που τυραννούσε την ψυχή του είχε για μόνη συντροφιά σκέψεις κι αναπολήσεις από περασμένες εποχές. Είχε αρχίσει να απομακρύνεται από όλους, ακόμα και από την Ντράγκανα. Στις ερωτήσεις της απαντούσε αόριστα αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια όπως παλιότερα. Τόσον καιρό ήταν ξενιτεμένος και δεν κατάφερε να κερδίσει τίποτα...
Το κεφάλι του έμοιαζε με καζάνι έτοιμο να εκραγεί από την υπερένταση όταν άρχισαν άλλες φήμες να έρχονται στα αυτιά του. Σε μία από τις πόλεις που βρίσκονταν κοντά στα σύνορα με την Σερβία είχαν ήδη ξεκινήσει σκληρές μάχες, και είχαν διακοπεί συγκοινωνίες και επικοινωνίες ογδόντα χιλιόμετρα μακριά από το σημείο που ζούσαν. Το στρατόπεδο των ομοσπονδιακών δυνάμεων είχε κινητικότητα τις τελευταίες μέρες. Έβλεπε τους φαντάρους να προετοιμάζονται για το άγγιγμα της πρώτης φλόγας και φοβόταν, έστω και αν ενδόμυχα δεν ήθελε να πιστέψει πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Κανένας στην ουσία δεν ήξερε τι θα συμβεί στην συνέχεια· πούλμαν και φορτηγά με την σημαία της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας να κυματίζει αγέρωχα διάβαιναν καθημερινά μπροστά στο βλέμμα τους, μέχρι που κάποιο πρωινό βρήκαν τις πόρτες στο πανεπιστήμιο κλειστές. Όσοι βρέθηκαν στον δρόμο τους είπαν πως η σχολή έκλεισε από τον φόβο του πολέμου. Ο Μανώλης Αντωνίου ταράχτηκε, δεν είχε φανταστεί πως είχαν προχωρήσει τόσο πολύ, η Ντράγκανα Ράτκιτς ωστόσο φέρθηκε σαν να το ήξερε, σαν κάτι να την είχε προϊδεάσει από νωρίς...
“Στο είχα πει ότι θα καταλήξει έτσι· κανείς δεν θα γλιτώσει απ’ την φωτιά...” του είπε με φωνή γεμάτη πίκρα.
“Κοίτα μέχρι πού έφτασε η τρέλα σας...” ήταν το μόνο που κατάφερε να ψιθυρίσει.
“Μην λες ανοησίες, κανείς δεν θα ’θελε πραγματικά να φτάσουμε ως εδώ...”.
“Έλα τώρα Ντράγκανα· το ξέρεις καλά πως η πραγματικότητα δεν υπάρχει ανεξάρτητη από μας: γίνεται με την συνεργασία του ανθρώπου, είναι ανάλογη με την αξία του...”.
Η Ντράγκανα Ράτκιτς σήκωσε το χέρι της να τον χτυπήσει, μαρμάρωσε όμως λίγο πριν ακουμπήσει το πρόσωπό του· έκανε μεταβολή και έφυγε αμίλητη... Ο Μανώλης Αντωνίου την κοίταζε να απομακρύνεται ακίνητος σαν άγαλμα. Έγειρε το κεφάλι σιωπηλός στο παγωμένο έδαφος, και ενώ τα δάκρυα άρχιζαν να κυλούν από τα μάγουλα στο πετρωμένο χιόνι ένιωθε τους λυγμούς να κόβουν το στήθος του χίλια μικρά κομμάτια.
Καθώς οι μέρες περνούσαν η κατάσταση γινόταν όλο και πιο αφόρητη. Ακούγοντας, βλέποντας τα άρματα να περνούν τον δρόμο που χώριζε το σπίτι από το στρατόπεδο του ομοσπονδιακού στρατού συνειδητοποίησε πως ό,τι θα αποφάσιζαν να κάνουν για να ξεφύγουν απ’ την μελλούμενη κόλαση, καλύτερα θα ήταν να το κάνουν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα· ο κόσμος που είχε χτίσει σε εκείνο το υψίπεδο της κεντρικής Βοσνίας σε οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να γίνει παρανάλωμα του πυρός, και δεν είχε σκοπό να ζήσει από κοντά το μακελειό.
© Copyright 2014 John Greek (johnkg at Writing.Com). All rights reserved.
Writing.Com, its affiliates and syndicates have been granted non-exclusive rights to display this work.
Printed from https://www.writing.com/main/view_item/item_id/2022807-Odyssey-1992-part-5